Πώς αντιμετωπίζεται η σκολίωση;

Πώς αντιμετωπίζεται η σκολίωση;

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Κ. ΣΟΥΚΑΚΟΣ
ΟΡΘΟΠΕΔΙΚΌΣ ΧΕΙΡΟΥΡΓΟΣ

Κατ’ αρχάς η σκολίωση, σαν καμπύλη, επειδή αποτελεί μέρος κύκλου μετράται σε μοίρες και παίρνει το όνομα της από την περιοχή της σπονδυλικής στήλης, όπου βρίσκεται και από την πλευρά που στρέφει το κυρτό, έτσι διακρίνουμε δεξιά θωρακική, αριστερή οσφυϊκή, δεξιά θωρακοοσφυική κ.λ.π..

Η αντιμετώπιση της σκολιώσεως διακρίνεται σε συντηρητική και χειρουργική. Η συντηρητική περιλαμβάνει απλή παρακολούθηση ή εφαρμογή κηδεμόνων. Η απλή παρακολούθηση περιλαμβάνει απλή κλινική εξέταση του παιδιού ανά τακτά χρονικά διαστήματα, με βάση τους προγνωστικούς παράγοντες, με ή χωρίς ακτινολογικό έλεγχο.

Η παρακολούθηση αφορά σκολιωτικά κυρτώματα μέχρι 20 μοίρες (κατ’άλλους μέχρι 25 μοίρες).

Σκολιωτικά κυρτώματα τα οποία κατά την παρακολούθηση επιδεινώνονται 5 μοίρες ή κατά την πρώτη εξέταση είναι μεγαλύτερα των 20-25 μοιρών χαρακτηρίζονται ως υψηλού κινδύνου και πρέπει να αντιμετωπισθούν με κηδεμόνα, πάντα με γνώμονα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν παραπάνω (π.χ. δεν αντιμετωπίζεται με κηδεμόνα σκολίωση σε παιδί ηλικίας 15 ετών). Οι στόχοι της εφαρμογής του κηδεμόνα είναι να αναχαιτισθεί η επιδείνωση και να επιτευχθεί όσο δυνατόν μεγαλύτερη διόρθωση. Ο κηδεμόνας πρέπει να φοριέται τουλάχιστον 18-20 ώρες το 24ωρο ( όχι 23 ώρες όπως παλαιότερα ), να παρακολουθείται η σωστή εφαρμογή του και τα σημεία πίεσης προς αποφυγή επιπλοκών από την πίεση (γαστρεντερικές, εκδορές).

Η εφαρμογή του ολοκληρώνεται με την οστική ωρίμανση, αλλά αφαιρείται σταδιακά βάσει προγράμματος και το παιδί πρέπει να παρακολουθείται μέχρι την ηλικία των 25 ετών.

Η σωματική άσκηση ή κινησιοθεραπεία δεν έχει αποδειχθεί ότι επηρεάζει την εξέλιξη, θετική ή αρνητική, της σκολιώσεως. Φαίνεται όμως ότι ωφελεί στην διατήρηση της ισορροπίας και της καλής φυσικής κατάστασης του μυοσυνδεσμικού συστήματος που περιβάλλει την σπονδυλική στήλη, ιδιαίτερα στο κοίλο του κυρτώματος, όπου υπάρχει η τάση βράχυνσης των μυών και των συνδέσμων.

Όταν το σκολιωτικό κύρτωμα ξεπερνά τις 40 μοίρες, η ενδεικνυόμενη θεραπεία πρέπει να είναι χειρουργική, πάντα με βάση στοιχεία του παιδιού και της φυσικής εξέλιξης του συγκεκριμένου κυρτώματος (ηλικία, ανταπόκριση στην συντηρητική αντιμετώπιση, μαλακό ή σκληρό κύρτωμα κ.λ.π.).

Η χειρουργική αντιμετώπιση της σκολιώσεως απαιτεί μελέτη του ασθενούς και σχεδιασμό της χειρουργικής τακτικής στον ακτινολογικό έλεγχο, που περιλαμβάνει ακτινογραφίες της σπονδυλικής στήλης σε όρθια θέση στην κατά μέτωπο και πλάγια προβολή, σε πλάγιες κάμψεις δεξιά και αριστερά και σε ύπτια θέση με ή χωρίς έλξη από τα σφυρά και τους καρπούς. Οι ακτινογραφίες σε κάμψη και έλξη καθορίζουν την ελαστικότητα του κυρτώματος, που είναι καθοριστικός παράγοντας στην πρόβλεψη της μετεγχειρητικής διόρθωσης του σκολιωτικού κυρτώματος.

Η χειρουργική αντιμετώπιση της σκολιώσεως με τα σύγχρονα υλικά διόρθωσης προσφέρει καλύτερα ποσοστά διόρθωσης και στα τρία επίπεδα, καλύτερη σταθερότητα και διατήρηση της διόρθωσης, μικρότερες ποσότητες οστικών μοσχευμάτων, μικρότερο χρόνο παραμονής στο νοσοκομείο και άμεση κινητοποίηση του ασθενούς χωρίς κηδεμόνα. Από την άλλη πλευρά, τα υλικά αυτά είναι πολύπλοκα και χρειάζονται γνώση σε βάθος, χειρουργική εμπειρία, εμβιομηχανικά σωστό σχεδιασμό, ύπαρξη νευροφυσιολογικου ελέγχου διεγχειρητικά.

Η χειρουργική διόρθωση του σκολιωτικού κυρτώματος μπορεί να γίνει με οπίσθια προσπέλαση μόνο, συνδυασμό πρόσθιας διαθωρακικής ή διακοιλιακής εξωπεριτοναικής και οπίσθιας στον ίδιο χρόνο ή σε χρονικό διάστημα μίας εβδομάδας. Η διόρθωση και κατά συνέπεια η προσπέλαση θα εξαρτηθεί από τα χαρακτηριστικά του ασθενούς και του κυρτώματος ( ηλικία, πρωτεύον και δευτερεύον κύρτωμα, έκταση του κυρτώματος, σκληρό ή μαλακό κύρτωμα, συμμετοχή ή όχι της λεκάνης στο κύρτωμα κ.ά. ). Ένα επιπλέον στοιχείο που προκαλεί αισθητικό πρόβλημα και πρέπει να διορθωθεί είναι ο σκολιωτικός ήβος. Η διόρθωση (πλαστική πλευρών), μπορεί να επιτευχθεί με διάφορες τεχνικές στον ίδιο χρόνο με την διόρθωση του κυρτώματος ή σε δεύτερο χρόνο.

Η σωστή μετεγχειρητική παρακολούθηση είναι καθοριστικής σημασίας ώστε να επιτευχθούν τα μέγιστα των θετικών ιδιοτήτων των υλικών διόρθωσης.

Όσα έχουν γραφτεί και θα γράφονται για την ιδιοπαθή σκολίωση και την αντιμετώπιση της είναι ελλιπή, αν δεν τονισθεί η σημασία του ψυχολογικού παράγοντα σε όλα τα στάδια, από την διάγνωση μέχρι την αντιμετώπιση και πόσο η επιτυχία ή αποτυχία εξαρτάται από αυτόν.
Αρκεί μόνο να σκεφθούμε ένα κορίτσι 12 ετών πού αρχίζει να ταυτοποιείται με το φύλο της, να νοιώθει γυναίκα, ανακαλύπτει ότι το σώμα της είναι παραμορφωμένο, ενώ κατά τα άλλα είναι ένα υγιές παιδί. Απευθυνόμενη στον Ορθοπεδικό της, δεν μπορεί να πάρει σαφή απάντηση "γιατί σ’εκείνη;", "τι έφταιξε;", "ποια η εξέλιξη;", "πώς θα είναι με τον κηδεμόνα ειδικά το καλοκαίρι;" και άλλα πολλά ερωτήματα για το πρόβλημα, το οποίο για το παιδί θεωρείται καταστροφή.

Η προσέγγιση, από την εμπειρία μου, είναι δύσκολη, δεν υπάρχει περιθώριο αυτοσχεδιασμού, και απαιτεί άριστη γνώση, εκπαίδευση και εμπειρία στις παραμορφώσεις της σπονδυλικής στήλης γενικά, στην προκειμένη περίπτωση στην σκολίωση, ώστε να αποκτηθεί η εμπιστοσύνη του παιδιού και των γονέων και να υπάρχει φιλική σχέση και στενή συνεργασία με τον θεράποντα, με σκοπό την καλύτερη δυνατή αντιμετώπιση με το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.