Συνεχίζει να μειώνεται ο πληθυσμός από το 2011 έως σήμερα

Η Ελλάδα βρίσκεται σε έντονο καθοδικό ρυθμό μείωσης του πληθυσμού της από το 2011, οπότε και καταγράφηκε αρνητικό ισοζύγιο γεννήσεων για πρώτη φορά μετά την περίοδο της Κατοχής του 1944! Το 2017 στην Ελλάδα είχαμε 88.553 γεννήσεις και 124.501 θανάτους. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ο πληθυσμός στη χώρα μας αναμένεται να φτάσει τα 8 εκατ. το 2050, με βάση ένα συντηρητικό σενάριο. Το πιο δυσοίωνο μήνυμα, όμως, συνοψίζεται στη βαθιά γήρανση του πληθυσμού τις επόμενες δεκαετίες, καθώς προβλέπεται ότι το 36% των κατοίκων της Ελλάδας το 2050 θα είναι άνω των 65 ετών. Το ποσοστό αυτό αποτελεί ρεκόρ για τη χώρα μας, αν ληφθεί υπόψη ότι τη δεκαετία του ΄70 ήταν 6% και στις μέρες μας υπολογίζεται στο 18-20%.
Το φλέγον δημογραφικό πρόβλημα, όπως καταγράφεται στην Ελλάδα, προσέγγισαν πολύπλευρα οι δύο ομιλητές της τελευταίας διάλεξης του Ινστιτούτου Δημόσιας Υγείας του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος, ο κ. Στέφανος Χανδακάς, Μαιευτήρας-Γυναικολόγος, Ιδρυτής & Πρόεδρος της HOPEgenesisκαι ο κ. Γιώργος Ραχιώτης, Ειδικός Ιατρός Εργασίας, Αναπληρωτής Καθηγητής Επιδημιολογίας και Επαγγελματικής Υγιεινής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Οι ομιλητές προσπάθησαν να αναδείξουν την ανάγκη εύρεσης μιας κεντρικής λύσης του προβλήματος που θα δώσει κοινωνική, πολιτιστική και οικονομική ώθηση στη χώρα μας.
Σε τι οφείλεται η υπογεννητικότητα στην Ελλάδα
Σύμφωνα με τον κ. Ραχιώτη, η πτώση της γεννητικότητας έχει πολυπαραγοντική αιτιολογία. Η Ελλάδα ακολουθεί το " Δυτικό πρότυπο". Στο πλαίσιο αυτό παρατηρούνται μεταβολές στις κοινωνικές συνθήκες όπως η μετάθεση τεκνοποίησης σε μεγαλύτερες ηλικίες, διάφορες οικονομικές παράμετροι, η αυξημένη συμμετοχή των γυναικών στο εργατικό δυναμικό, οι σύγχρονες μέθοδοι αντισύλληψης κ.α. Η σημαντική μείωση των γεννήσεων δεν είναι όμως αναπόφευκτη. Υπάρχουν παραδείγματα Ευρωπαϊκών χωρών, όπως η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ιρλανδία και οι Σκανδιναβικές χώρες που έχουν καταφέρει να αναστρέψουν αυτό το πρότυπο και να επιτύχουν αυξημένη γεννητικότητα μέσω μηχανισμών κρατικών προγραμμάτων στήριξης της μητρότητας και της οικογένειας. Η πλειοψηφία, όμως, των κρατών (συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας) σε Κεντρική, Νότια και Ανατολική Ευρώπη διατηρούν ποσοστά χαμηλής γονιμότητας, με μέσο όρο μικρότερο από 2,1 παιδιά ανά γυναίκα, που αποτελεί και τον αναγκαίο δείκτη για την αναπαραγωγή ενός πληθυσμού.
Οι βασικές αιτίες είναι
- η οικονομική κρίση
- η μετανάστευση (BrainDrain)
- το άνισα κατανεμημένο νοσοκομειακό και μαιευτικό δίκτυο
Βασικές συνέπειες της υπογεννητικότητας και λύσεις
Οι συνέπειες που προκύπτουν από τα δημογραφικά χαρακτηριστικά της χώρας μας έχουν κοινωνικό και οικονομικό χαρακτήρα:
• Γήρανση του πληθυσμού
• Μείωση εργατικού δυναμικού
• Επιβάρυνση του ασφαλιστικού συστήματος και κατάρρευση του συνταξιοδοτικού συστήματος
Όπως προέκυψε από τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στη διάλεξη από τους δύο ομιλητές, οι συνέπειες του δημογραφικού προβλήματος διαφοροποιούνται με το πέρασμα των ετών, αλλάζοντας και τις απαιτούμενες λύσεις οι οποίες θα πρέπει να είναι συνεχώς προσαρμοστικές και ελεγχόμενες στην αποδοτικότητά τους. Κάτι τέτοιο φαίνεται ότι είναι αποτελεσματικό μέσω κεντρικών φορέων διαχείρισης του προβλήματος και με την υποστήριξη συνεργατικών φορέων που μπορούν να προσφέρουν τεχνογνωσία και λύσεις. Τα παραδείγματα αντίστοιχης διαχείρισης σε χώρες όπως η Γαλλία και η Σουηδία που βρέθηκαν αντιμέτωπες με δημογραφικό πρόβλημα τη δεκαετία του ’70, υποδεικνύουν ότι μέσω κεντρικής παρακολούθησης το πρόβλημα καταγράφεται και μελετάται, προκειμένου να βρεθούν οι εκάστοτε λύσεις που θα αποδειχθούν αποτελεσματικές για τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο.
Η Ελλάδα είναι αρκετά χαμηλά στην κατάταξη της Ευρώπης σχετικά με την υιοθέτηση πολιτικών στήριξης της μητρότητας, της οικογένειας και της γονιμότητας. Κύριος στόχος θα πρέπει να είναι η δημιουργία ενός ευνοϊκού περιβάλλοντος ενίσχυσης των ζευγαριών που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία και αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την υποστήριξη μέσω επιδομάτων από το πρώτο παιδί, όπως ανέφεραν και οι δύο ομιλητές. Σημαντικός παράγοντας είναι, επίσης, οι πολιτικές στήριξης που θα ενθαρρύνουν τα νέα ζευγάρια να μπουν σε πρόγραμμα δημιουργίας οικογένειας σε νεαρές ηλικίες (20-29 ετών), με παράλληλη στήριξη στην εκπαίδευση και την εργασία, καθώς επίσης και στην επανένταξη και εξέλιξη της γυναίκας με παιδιά στο εργασιακό της περιβάλλον. Άλλες προτεινόμενες πολιτικές που είχαν θετικά αποτελέσματα σε άλλες χώρες είναι η καθιέρωση "επιδόματος" γεννήσεων με διαφορετικά κίνητρα για γυναίκες κάτω των 30 ετών, όπως η ενίσχυση και καθιέρωση επιδομάτων τοκετού, η παροχή επιδομάτων ενοικίου και μετακόμισης σε νέα ζευγάρια, η διευρυμένη παροχή δωρεάν και επιδοτούμενης φροντίδας των παιδιών προσχολικής ηλικίας (εντός & εκτός σπιτιού) και η παροχή ιατρικών υπηρεσιών (σε περιπτώσεις κατοίκων ακριτικών και απομακρυσμένων περιοχών από τα αστικά κέντρα).