Κάν' το όπως ο Ποπάι
Τα μωρά που έχουν πολύ μικρό βάρος γέννησης, εμφανίζουν έλλειψη σιδήρου, η οποία διορθώνεται μόνο με εξωτερική χορήγησή του, σύμφωνα με σουηδική μελέτη.
Τα φυσιολογικά όρια βάρους ενός νεογέννητου κυμαίνονται μεταξύ 2- 2,5 κιλά τα κατώτερα και 4 κιλά τα ανώτερα.
Αν και το συμπλήρωμα σιδήρου συνιστάται συνήθως στα βρέφη, που έχουν εξεταστεί και έχει βρεθεί εργαστηριακά η έλλειψή του από τον βρεφικό οργανισμό, οι επιστήμονες στη Σουηδία φαίνεται να έχουν αμφιβολίες για την ορθότητα αυτής της μεθόδου. Υποστηρίζουν, δε, ότι η έλλειψη σιδήρου μπορεί να εμποδίσει τη σωστή νευρολογική ανάπτυξη ενός παιδιού σημαντικά.
Επειτα από έρευνα που πραγματοποίησαν, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τα τελειόμηνα, υγιή μωρά, που τρέφονται αρκετά καλά από τις μητέρες τους, έχουν επαρκή αποθέματα σιδήρου στο σώμα τους, ώστε να μην έχουν προβλήματα κατά τους πρώτους 6 μήνες της ζωής τους. Γι’ αυτό το λόγο, μπορούν να πίνουν και μητρικό γάλα, το οποίο είναι φτωχό σε σίδηρο, ενώ στη συνέχεια – μετά τους 6 πρώτους μήνες – να ξεκινήσουν να καταναλώνουν στέρεες τροφές, πλούσιες σε περιεκτικότητα σιδήρου.
Τα μικρότερα, όμως, σε βάρος γέννησης, μωρά έχουν χαμηλότερα αποθέματα και πρέπει να λαμβάνουν συμπληρώματα σιδήρου νωρίτερα.
Έτσι, οι επιστήμονες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι τα βρέφη με οριακά χαμηλό βάρος γέννησης, θα πρέπει να παίρνουν συμπλήρωμα σιδήρου από 6 εβδομάδων έως 6 μηνών, ώστε να είναι ο οργανισμός τους καλυμμένος, ενω, παράλληλα, συνεχίζονται οι έρευνες, προκειμένου να επισημανθούν τυχόν μακροπρόθεσμες συνέπειες της πολύμηνης χρήσης σιδήρου σε μωρά.
Τα φυσιολογικά όρια βάρους ενός νεογέννητου κυμαίνονται μεταξύ 2- 2,5 κιλά τα κατώτερα και 4 κιλά τα ανώτερα.
Αν και το συμπλήρωμα σιδήρου συνιστάται συνήθως στα βρέφη, που έχουν εξεταστεί και έχει βρεθεί εργαστηριακά η έλλειψή του από τον βρεφικό οργανισμό, οι επιστήμονες στη Σουηδία φαίνεται να έχουν αμφιβολίες για την ορθότητα αυτής της μεθόδου. Υποστηρίζουν, δε, ότι η έλλειψη σιδήρου μπορεί να εμποδίσει τη σωστή νευρολογική ανάπτυξη ενός παιδιού σημαντικά.
Επειτα από έρευνα που πραγματοποίησαν, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τα τελειόμηνα, υγιή μωρά, που τρέφονται αρκετά καλά από τις μητέρες τους, έχουν επαρκή αποθέματα σιδήρου στο σώμα τους, ώστε να μην έχουν προβλήματα κατά τους πρώτους 6 μήνες της ζωής τους. Γι’ αυτό το λόγο, μπορούν να πίνουν και μητρικό γάλα, το οποίο είναι φτωχό σε σίδηρο, ενώ στη συνέχεια – μετά τους 6 πρώτους μήνες – να ξεκινήσουν να καταναλώνουν στέρεες τροφές, πλούσιες σε περιεκτικότητα σιδήρου.
Τα μικρότερα, όμως, σε βάρος γέννησης, μωρά έχουν χαμηλότερα αποθέματα και πρέπει να λαμβάνουν συμπληρώματα σιδήρου νωρίτερα.
Έτσι, οι επιστήμονες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι τα βρέφη με οριακά χαμηλό βάρος γέννησης, θα πρέπει να παίρνουν συμπλήρωμα σιδήρου από 6 εβδομάδων έως 6 μηνών, ώστε να είναι ο οργανισμός τους καλυμμένος, ενω, παράλληλα, συνεχίζονται οι έρευνες, προκειμένου να επισημανθούν τυχόν μακροπρόθεσμες συνέπειες της πολύμηνης χρήσης σιδήρου σε μωρά.