Παράγοντες που επηρεάζουν την ανάπτυξη του εμβρύου
Παράγοντες όπως η υπέρταση και ο υψηλός αιματοκρίτης, συνδέονται με μεγάλη πιθανότητα περιορισμένης ανάπτυξης του εμβρύου κατά το 1ο τρίμηνο της κύησης, πρόωρο τοκετό και μικρό βάρος γέννησης.
Η ανάπτυξη του μωρού είναι πιο γρήγορη κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης, όταν τα σημαντικότερα όργανα του εμβρύου σχηματίζονται και ολοκληρώνονται μέσα σε αυτούς τους τρεις μήνες.
Οπότε δυσμενείς συνθήκες στη διάρκεια αυτής της περιόδου της εγκυμοσύνης μπορεί να επιφέρουν μόνιμες βλάβες για την εμβρυϊκή και μεταγενέστερη υγεία του παιδιού. Αντιθέτως, οι επιρροές που μπορεί να συνυπάρχουν από τον τρόπο ζωής της μητέρας δεν είναι ακόμα γνωστές.
Σύμφωνα με μελέτη που έγινε στις Κάτω Χώρες, όπου συμμετείχαν 1631 μητέρες στο πρώτο τρίμηνο της κύησής τους και παρακολουθήθηκαν μέχρις ότου τα παιδιά τους φθάσουν την ηλικία των 2 ετών, διαπιστώθηκε ότι η ηλικία της μητέρας, η αρτηριακή της πίεση καθώς και ο αιματοκρίτης της, επηρέαζαν την ανάπτυξη του βρέφους. Αυτό τεκμηριώθηκε μετρώντας, με υπερήχους, το μηριαίο οστό του εμβρύου όταν η κύηση βρισκόταν ανάμεσα στη 10 και 13 εβδομάδα.
Επιπλέον, τα έμβρυα των γυναικών εκείνων που δεν κάπνιζαν και λάμβαναν φολικό οξύ στα πρώτα στάδια της εγκυμοσύνης τους, αναπτύσσονταν καλύτερα σε σύγκριση με εκείνα που οι μητέρες τους κάπνιζαν και δεν λάμβαναν επαρκείς ποσότητες του οξέος.
Οι επιστήμονες που πήραν μέρος σε αυτή την έρευνα διαπίστωσαν επίσης, ότι τα έμβρυα εκείνα που είχαν καλή ανάπτυξη κατά το πρώτο τρίμηνο, εμφάνιζαν και πιο γρήγορους ρυθμούς ανάπτυξης στην πρώιμη παιδική τους ηλικία.
Η ανάπτυξη του μωρού είναι πιο γρήγορη κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης, όταν τα σημαντικότερα όργανα του εμβρύου σχηματίζονται και ολοκληρώνονται μέσα σε αυτούς τους τρεις μήνες.
Οπότε δυσμενείς συνθήκες στη διάρκεια αυτής της περιόδου της εγκυμοσύνης μπορεί να επιφέρουν μόνιμες βλάβες για την εμβρυϊκή και μεταγενέστερη υγεία του παιδιού. Αντιθέτως, οι επιρροές που μπορεί να συνυπάρχουν από τον τρόπο ζωής της μητέρας δεν είναι ακόμα γνωστές.
Σύμφωνα με μελέτη που έγινε στις Κάτω Χώρες, όπου συμμετείχαν 1631 μητέρες στο πρώτο τρίμηνο της κύησής τους και παρακολουθήθηκαν μέχρις ότου τα παιδιά τους φθάσουν την ηλικία των 2 ετών, διαπιστώθηκε ότι η ηλικία της μητέρας, η αρτηριακή της πίεση καθώς και ο αιματοκρίτης της, επηρέαζαν την ανάπτυξη του βρέφους. Αυτό τεκμηριώθηκε μετρώντας, με υπερήχους, το μηριαίο οστό του εμβρύου όταν η κύηση βρισκόταν ανάμεσα στη 10 και 13 εβδομάδα.
Επιπλέον, τα έμβρυα των γυναικών εκείνων που δεν κάπνιζαν και λάμβαναν φολικό οξύ στα πρώτα στάδια της εγκυμοσύνης τους, αναπτύσσονταν καλύτερα σε σύγκριση με εκείνα που οι μητέρες τους κάπνιζαν και δεν λάμβαναν επαρκείς ποσότητες του οξέος.
Οι επιστήμονες που πήραν μέρος σε αυτή την έρευνα διαπίστωσαν επίσης, ότι τα έμβρυα εκείνα που είχαν καλή ανάπτυξη κατά το πρώτο τρίμηνο, εμφάνιζαν και πιο γρήγορους ρυθμούς ανάπτυξης στην πρώιμη παιδική τους ηλικία.