Η ανάπτυξη δεσμού του μωρού με τους γύρω του



Το μωρό αναπτύσσει τον πρωταρχικό δεσμό του γύρω στον έκτο μήνα της ζωής του. Η κλασική θεωρία της προσκόλλησης, όπως περιγράφεται από τον ψυχίατρο Τζον Μπόουλμπι, δεν αναφέρει κάποια στάδια που θα πρέπει να περάσει το παιδί αλλά, πολύ σωστά, δίνει έμφαση σε αναπτυξιακές διόδους οι οποίες ξεκινούν από τη νηπιακή ηλικία και συνεχίζονται στην παιδική, στην εφηβεία, στην ενηλικίωση και στα βαθιά γεράματα. Μπροστά στο μωρό ανοίγονται διάφορα μονοπάτια: το ποιο θα ακολουθήσει, εξαρτάται από την αλληλεπίδραση ανάμεσα στο άτομο και το περιβάλλον. Ωστόσο, μπορούμε να προδιαγράψουμε κάποια πρότυπα στην ανάπτυξη των πρώτων δεσμών του μωρού.

Από τη γέννηση, ή λίγο αργότερα, το μωρό θα γαντζώνεται και θα κοιτάζει κατάματα τον ενήλικο που προσπαθεί να το παρηγορήσει όταν κλαίει — ένα πρότυπο συμπεριφοράς, που είναι έτσι προσαρμοσμένο ώστε να ενθαρρύνει την προσκόλληση σ' αυτόν που το φροντίζει. Από πολύ νωρίς, τα μωρά ανταποκρίνονται περισσότερο στις μητέρες τους, αλλά στη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων γαντζώνονται σε όλους, τους κοιτάζουν όλους κατάματα και χαμογελούν σε όλους ανεξαιρέτως.

Ένα από τα πιο συναρπαστικά ευρήματα στον τομέα της ανάπτυξης του παιδιού, υπήρξε η ανακάλυψη πως ακόμα και λίγων ημερών μωρά, μπορούν να σχηματίσουν στοιχειώδεις αλλά πολύ αληθινές κοινωνικές σχέσεις με τους ενήλικες.

Αυτά τα μικροσκοπικά ανθρωπάκια έχουν κιόλας την ικανότητα να στήνουν ένα απλό "κουβεντολόι" με τους γονείς τους ή με κάποιους άλλους. Ο σωστός γονιός είναι ικανός να συντονιστεί με τα πρότυπα επικοινωνίας του μωρού — επιτρέποντας του να "μιλάει" όταν έρχεται η σειρά του.

Σε ηλικία τριών περίπου μηνών, το μωρό σας θα χαμογελάει περισσότερο σ' εσάς ή σε άλλα οικεία πρόσωπα, παρά στους ξένους. Ωστόσο, τα πιο πολλά μωρά της ηλικίας αυτής καλοδέχονται τις καινούριες γνωριμίες και πιθανότατα, θα χαμογελάσουν ζεστά σε κάποιον συγγενή που τον αντικρίζουν για πρώτη φορά.

Γύρω στους έξι με εφτά μήνες, το μωρό θα δείχνει σίγουρα μια σταθερή προσκόλληση σε κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο. Την ίδια περίοδο, ίσως αρχίσει να αντιμετωπίζει επιφυλακτικά τους ξένους. Ο "εκλεκτός" είναι σχεδόν πάντα αυτός που φροντίζει το μωρό — συνήθως, η μητέρα του.

Όμως, μολονότι, το μωρό θα προσκολληθεί πιθανότατα πρώτα στη μητέρα του, πολύ σύντομα θ' αρχίσει να ενδιαφέρεται και για άλλα πρόσωπα που το φροντίζουν: τον πατέρα, ένα μεγαλύτερο αδερφό ή αδερφή, τον παππού ή τη γιαγιά, ή όποιο άλλο πρόσωπο έχει αναλάβει σε καθημερινή βάση τη φροντίδα του.

Σε ηλικία ενός χρόνου, τα περισσότερα μωρά προσκολλώνται στον πατέρα, όπως και στη μητέρα τους. Σε μια μελέτη που έγινε στην Αμερική, οι ερευνητές ανακάλυψαν πως όταν πλησίαζε κάποιος ξένος, ενώ παραβρίσκονταν και οι δύο γονείς, μωρά ενός έτους έτρεχαν στην αγκαλιά του πατέρα, το ίδιο συχνά όπως και στην αγκαλιά της μητέρας. Ωστόσο, όταν έχουν κάποιο πρόβλημα, τα μωρά της ηλικίας αυτής καταφεύγουν συνήθως στη μητέρα τους.


Πρότυπα προσκόλλησης

Η Αμερικανίδα ερευνήτρια Μαίρη Άινσγουορθ, η οποία συνεργάστηκε στενά με τον Μπόουλμπι, έχει περιγράψει τρία βασικά πρότυπα προσκόλλησης.

Στη σίγουρη προσκόλληση, το μωρό καλοδέχεται την επαφή με ένα γονιό ή γονικό υποκατάστατο, και χρησιμοποιεί τη σχέση αυτή σαν μια σίγουρη βάση απ' όπου θα ξεκινήσει για να εξερευνήσει τον κόσμο.

Η ανήσυχη/αντιδραστική προσκόλληση, χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα. Τα μωρά, δεν αισθάνονται τη σιγουριά πως οι γονείς τους θα βρίσκονται κοντά τους, αν τύχει και τους χρειαστούν κατά συνέπεια, διστάζουν να βγουν στον έξω κόσμο. Σ' αυτό το πρότυπο συμπεριφοράς, βασικό συναίσθημα είναι η σύγκρουση, που δημιουργείται από ασυνεπείς γονείς: τη μια μέρα βρίσκονται κοντά στα παιδιά τους έτοιμοι να προσφέρουν τα πάντα, και την άλλη εξαφανίζονται.

Μωρά με προσκόλληση ανησυχίας/αποφυγής, ελάχιστα διαμαρτύρονται όταν χωρίζονται από κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο. Δυστυχώς, υπάρχουν παιδιά — όπως, λόγου χάρη, όσα μεγαλώνουν σε ιδρύματα όπου το προσωπικό αλλάζει συνέχεια — που δεν έχουν κανένα να προσκολληθούν. Τα παιδιά αυτά αγνοούν ή αποφεύγουν συνήθως όσους τα φροντίζουν, πηγαίνουν σε όποιον τα φωνάξει και δείχνουν να σχηματίζουν χωρίς καμιά δυσκολία στενές σχέσεις με όλο τον κόσμο. Κάποιοι μπορεί να πουν ότι τα παιδιά αυτά έχουν την τάση να πιάνουν εύκολα φιλίες, ίσως όμως μια τέτοια στάση φανερώνει ότι είναι ικανά μόνο για επιφανειακές σχέσεις.

Τα πρότυπα της προσκόλλησης έχουν την τάση να επιμένουν. Ένας λόγος είναι πως οι γονείς, συνήθως, συμπεριφέρονται στα παιδιά τους με ένα συγκεκριμένο τρόπο- ένας άλλος είναι πως, από τη στιγμή που καθιερώνεται ένα πρότυπο, συνήθως αυτοεπαναλαμβάνεται. Έτσι, το παιδί που θα κάνει μια σωστή αρχή, θα μάθει να συμπεριφέρεται με τρόπο που εξασφαλίζει τη δική του ασφάλεια, αλλά και τη σιγουριά και την ανταπόκριση των γονιών του.

Παρατηρείται, ωστόσο, μια αλλαγή σ' αυτό που περιγράφεται ως η "κυριότητα" του προτύπου προσκόλλησης. Αρχικά, το πρότυπο της προσκόλλησης αποτελεί ιδιοκτησία της σχέσης: αυτό σημαίνει ότι ο τρόπος ανάπτυξης του, καθορίζεται από τον τρόπο που συμπεριφέρονται, ο ένας στον άλλο, γονείς και παιδιά. Καθώς το παιδί μεγαλώνει, το πρότυπο γίνεται — για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Μπόουλμπι— "όλο και περισσότερο ιδιοκτησία του ίδιου του παιδιού, που σημαίνει ότι προσπαθεί να επιβάλει το πρότυπο αυτό ή κάποιο παράγωγο του στις καινούριες του σχέσεις, όπως με ένα δάσκαλο ή με μια θετή μητέρα".