Τι να ρωτήσεις το παιδί όταν γυρίσει από την πρώτη μέρα
Ο αγιασμός έγινε το πρωί. Σε λίγο η τσάντα θα βρεθεί πεταμένη στον διάδρομο και το παιδί στον καναπέ. Ρωτάς «πώς ήταν;» και παίρνεις ένα «καλά». Ρωτάς «τι κάνατε;» και παίρνεις ένα «τίποτα». Μέσα σε 2 λεπτά έχει τελειώσει η κουβέντα που περίμενες όλο το καλοκαίρι.
Γιατί το «πώς ήταν;» δεν φέρνει απάντηση
Δεν σε αποφεύγει. Η ερώτηση είναι απλώς πολύ μεγάλη για την ώρα που την κάνεις: του ζητάς να μαζέψει όλο το πρωινό σε μία πρόταση. Και το πρωινό του αγιασμού είναι σύντομο αλλά γεμάτο — καινούργια τάξη, καινούργια δασκάλα, παιδιά που δεν ξέρει, κόσμος, βιβλία, η υποχρέωση να στέκεται φρόνιμα σε όλα αυτά.
Η σχολική ψυχολόγος Ρόμπιν Κόσλοβιτς, που γράφει για τα ξεσπάσματα των παιδιών μετά το σχολείο, το εξηγεί απλά: το κομμάτι του εγκεφάλου που χρειάζεται για να βάλει το παιδί τα λόγια του σε σειρά είναι ακριβώς αυτό που έχει εξαντληθεί περισσότερο όταν γυρίζει σπίτι. Τη στιγμή που μπαίνει από την πόρτα δεν έχει δύναμη να μιλήσει για ό,τι έζησε.
Πρώτα το φαγητό, μετά οι ερωτήσεις
Άσε να περάσει λίγη ώρα. Νερό, κάτι να φάει — σηκώθηκε νωρίς και στάθηκε όρθιο στην τελετή, συχνά χωρίς να προλάβει το κολατσιό του. Άσε το να αλλάξει ρούχα και να κάνει την ησυχία του. Καμία ερώτηση.
Τα παιδιά που τα αφήνεις να πάρουν ανάσα αρχίζουν συνήθως να μιλούν μόνα τους: στο τραπέζι, στο μπάνιο, την ώρα που τα σκεπάζεις. Σήμερα έχεις μπροστά σου όλη τη μέρα και η καλύτερη κουβέντα για τον αγιασμό γίνεται πολύ συχνά το βράδυ.
Ερωτήσεις που φέρνουν απάντηση
Ρώτα για μία στιγμή, όχι για όλη τη μέρα. Και μία ερώτηση τη φορά — οι σερί ερωτήσεις γίνονται ανάκριση.
- «Ποιος καθόταν δίπλα σου στην τάξη;»
- «Τι σε έκανε να γελάσεις σήμερα;»
- «Ποια ήταν η πιο βαρετή στιγμή;»
- «Τι θα ήθελες να ξαναγίνει και τη Δευτέρα;»
- «Σε βοήθησε κάποιος σήμερα;»
Άσε για άλλη μέρα τις ερωτήσεις που ζητούν λογαριασμό — «έκανες φίλους;», «σε μάλωσε η δασκάλα;», «έφαγες όλο το κολατσιό;». Το παιδί τις καταλαβαίνει αμέσως ως έλεγχο.
Μετράει και το ξεκίνημα. Πες πρώτα εσύ κάτι δικό σου από τη μέρα σου, ακόμα κι αν είναι μικρό, ή άνοιξε με παρατήρηση αντί για ερώτηση: το «είδα ότι φέτος η τάξη σου είναι στον επάνω όροφο» δίνει στο παιδί από πού να ξεκινήσει.
Το παιδί που δεν θέλει να πει λέξη
Υπάρχει και το παιδί που δεν ανοίγει ούτε το βράδυ. Βοηθά συχνά το πού κάθεστε: στο αυτοκίνητο, στο περπάτημα ως το περίπτερο, ενώ στρώνετε μαζί το τραπέζι. Την ώρα που δεν σε κοιτάζει στα μάτια βγαίνουν πράγματα που δεν θα έβγαιναν ποτέ αν το ρωτούσες κατάματα.
Βοηθά και η σιωπή σου. Ένα «εντάξει, όποτε θέλεις» χωρίς παράπονο στη φωνή κρατά την πόρτα ανοιχτή. Πες του απλώς πού θα σε βρει.
Από τη Δευτέρα, που ξεκινά το κανονικό πρόγραμμα, αν έχεις παιδί στο ολοήμερο μέτρα διαφορετικά. Γυρίζει το απόγευμα ακόμα πιο άδειο και ως την ώρα του ύπνου προλαβαίνει μόνο φαγητό και μπάνιο. Εκεί η κουβέντα πιάνει καλύτερα το επόμενο πρωί, στον δρόμο για το σχολείο.
Και αν αντί για σιωπή πάρεις ξέσπασμα — φωνές, κλάματα, μια πόρτα που βροντάει για το τίποτα — μην το διαβάσεις ως κακή μέρα. Το παιδί κρατήθηκε ώρες μπροστά σε αγνώστους και ξεσπά εκεί που νιώθει ασφαλές. Το είχαμε δει αναλυτικά στο «Στο σχολείο κρατιέται όλη μέρα και στο σπίτι ξεσπά στη μαμά».
Η πρώτη μέρα δεν κρίνεται σήμερα. Αν όμως περάσουν 2-3 εβδομάδες και το παιδί εξακολουθεί να μην αναφέρει ούτε ένα όνομα συμμαθητή ή αρνείται να πάει, ζήτα μια σύντομη συνάντηση με τη δασκάλα στην ώρα υποδοχής γονέων.